αφυπηρετώ


αφυπηρετώ
-ησα, συμπλήρωσα τη θητεία μου στο στρατό και απολύομαι: Σε δύο μήνες θα αφυπηρετήσω κι αμέσως θα ψάξω για δουλειά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αφυπηρετώ — αφυπηρετώ, αφυπηρέτησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αφυπηρετώ — ( έω) παύω να υπηρετώ στις τάξεις του στρατού, απολύομαι από τις τάξεις του στρατού …   Dictionary of Greek